ρουτίδες

(rutaceae). Οικογένεια δικοτυλήδονων φυτών, της τάξης των γερανιωδών. Οι ρ. είναι δέντρα, θάμνοι ή φυτά ποώδη, με φύλλα συνήθως απλά, πολυσχιδή ή σύνθετα, που φέρουν διαφανή στίγματα, χωρίς παράφυλλα. Τα άνθη τους είναι γενικά ερμαφρόδιτα και ο καρπός, άλλοτε κάψα και άλλοτε χωρισμένος σε τόσους χώρους, όσα και τα καρπόφυλλα. Στην οικογένεια αυτή ανήκουν περίπου 900 είδη, που κατατάσσονται σε 100 γένη και που ευδοκιμούν κυρίως στις εύκρατες περιοχές της Ευρώπης και της Αμερικής, της Nοτιοαφρικανικής Δημοκρατίας και της Αυστραλίας. Το χαρακτηριστικότερο γνώρισμα των ρ. είναι η παρουσία σε όλα τα τμήματά τους, ακόμα και στα άνθη και τους καρπούς, αδενωδών θυλάκων με τη μορφή διαφανών στιγμάτων που παράγουν αρωματικά, συνήθως, αιθέρια έλαια. Τα έλαια αυτά χρησιμοποιούνται στην αρωματοποιία και τη φαρμακευτική. Κυριότερα γένη είναι ο δίκταμος, ο πιλόκαρπος, η λεμονιά, η πορτοκαλιά, η ρούτα, η κορρέα και η βαρονία.
* * *
οι, Ν
βοτ.
οικογένεια αγγειόσπερμων δικότυλων φυτών, τυπικός εκπρόσωπος τής τάξης ρουτώδη.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αγκοστούρα — η Βοτ. φλοιός από δύο δέντρα τής Ν. Αμερικής, είδη τών γενών Γαλιπέα και Κουσπαρία (Calipea officinalis και Cusparia trifoliata). (Οικογένεια: Ρουτίδες [Rutaceae]). Είναι πικρός και αρωματικός και χρησιμοποιείται στην ιατρική ως τονωτικό και… …   Dictionary of Greek

  • κίτρο(ν) — το (Α κίτρον) ο καρπός τού δέντρου κιτριά νεοελλ. γένος αγγειόσπερμων δικότυλων φυτών που ανήκει στην τάξη ρουτώδη και στην οικογένεια ρουτίδες και το οποίο περιλαμβάνει 10 περίπου είδη, γνωστά ως εσπεριδοειδή. [ΕΤΥΜΟΛ. < λατ. citrum, το οποίο …   Dictionary of Greek

  • ξανθόξυλο — (xanthoxylo). Δικοτυλήδονο φυτό της οικογένειας των ρουτιδών με περίπου 150 είδη που ζουν στις τροπικές και παρατροπικές περιοχές του κόσμου. Είναι θάμνοι ή δέντρα φυλλοβόλα ή αειθαλή με διακλαδώσεις αγκαθωτές. Έχει φύλλα αντίθετα, φτερωτά,… …   Dictionary of Greek

  • πιλόκαρπος — ο, Ν βοτ. γένος αγγειόσπερμων δικότυλων φυτών τής οικογένειας ρουτίδες, από τα φύλλα τού οποίου λαμβάνεται η πιλοκαρπίνη. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. pilocarpus (< πίλος* + καρπός)] …   Dictionary of Greek

  • πορτοκαλιά — (κίτρο το σινικό ή αουράντιο). Δέντρο της οικογένειας των ρουτιδών (υποοικογένεια νεραντζιών ή αουραντίων). Ο καρπός του, το πορτοκάλι, έχει σάρκα περισσότερο ή λιγότερο υδαρή, γλυκόξινη, και φλοιό κιτρινο πορτοκαλί έως έντονα κόκκινο, ανάλογα με …   Dictionary of Greek

  • πτελέα — Όνομα 7 οικισμών. 1. Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 425 μ.) του νομού Δράμας. Είναι έδρα του ομώνυμου δήμου (28 τ. χλμ.), στον οποίο ανήκει και ένας άλλος μικρότερος οικισμός ο Καβαλάρης. 2. Oρεινός οικισμός (υψόμ. 520 μ.), στην πρώην επαρχία… …   Dictionary of Greek

  • ρούτα — (ruta). Γένος φυτών της οικογένειας των ρουτιδών. Είναι πολυετείς πόες, αδενώδεις, που ευδοκιμούν στις χώρες γύρω από τη Μεσόγειο και την κεντρική Ασία. Έχουν φύλλα που εναλλάσσονται, φτερωτά και ακέραια. Τα άνθη τους είναι ακτινόμορφα και έχουν… …   Dictionary of Greek

  • ρυτίδες — οι, Ν βοτ. άλλη ονομασία τής οικογένειας ρουτίδες, που ανήκει στην τάξη ρουτώδη …   Dictionary of Greek

  • σκιμμία — η, Ν βοτ. γένος αγγειόσπερμων δικότυλων φυτών που ανήκει στην οικογένεια ρουτίδες τής τάξης ρουτώδη, με 9 περίπου είδη αειθαλών θάμνων οι οποίοι ευδοκιμούν στην Κίνα, στην Ιαπωνία και στα Ιμαλάια …   Dictionary of Greek

  • φελλόδενδρο — το, Ν βοτ. 1. γένος αγγειόσπερμων δικότυλων φυτών που ανήκει στην οικογένεια ρουτίδες τής τάξης ρουτώδη και περιλαμβάνει 9 περίπου είδη φυλλοβόλων δένδρων τα οποία είναι ιθαγενή τής ανατολικής Ασίας και τών οποίων ο φλοιός σχηματίζει φελλό 2.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.